ancêtre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ancêtre < ancestre < λατινική antecessor

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ancêtre ancêtres

ancêtre (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο πρόγονος
  2. ο πρόδρομος
  3. (οικείο) ο γέρος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]