ancestral

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ancestral (en)

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ancestral < ancestre < ancêtre

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ancestral ancestraux
θηλυκό ancestrale ancestrales

ancestral (fr)

  1. πατρογονικός
    croyances ancestrales - πατρογονικές δοξασίες
    mœurs ancestrales - πατρογονικά ήθη
  1. (κατ' επέκταση) παμπάλαιος, πανάρχαιος
    coutumes ancestrales - πανάρχαια έθιμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: immémorial

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]