grec

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Grec

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /gʁɛk/
grec 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό grec grecs
θηλυκό grecque grecques

grec (fr)

  1. ελληνικός
    l’alphabet grec - το ελληνικό αλφάβητο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grec grecs

grec (fr) αρσενικό

  1. σάντουιτς με γύρο
    je voudrais un grec avec des frites, s'il-vous-plaît !
    θα ήθελα ένα « ελληνικό » με τηγανητές πατάτες, παρακαλώ!

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

grec (ro)