Ἕλλην

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Έλλην

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἕλλην οἱ Ἕλληνες
      γενική τοῦ Ἕλληνος τῶν Ἑλλήνων
      δοτική τῷ Ἕλλην τοῖς Ἕλλησῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Ἕλλην τοὺς Ἕλληνᾰς
     κλητική ! Ἕλλην Ἕλληνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἕλληνε
γεν-δοτ τοῖν  Ἑλλήνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'Ἕλλην' όπως «Ἕλλην» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Όπως και το όνομα Ἑλλάς, θεωρείται ότι προέρχεται από τη λέξη Ἑλλοί ή Σελλοί (οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής γύρω από το ιερό της Δωδώνης)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἕλλην, -ηνος αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία) ανδρικό όνομα, γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, ο μυθικός γενάρχης των Ελλήνων
  2. (εθνικό όνομα) Έλληνας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος[επεξεργασία]

Ἕλλην