κουράδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουράδι τα κουράδια
      γενική του κουραδιού των κουραδιών
    αιτιατική το κουράδι τα κουράδια
     κλητική κουράδι κουράδια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. κουράδι < μεσαιωνική ελληνική κουράδιον < ελληνιστική κοινή *σκωράδιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική σκῶρ
  2. κουράδι < μεσαιωνική ελληνική κουράδιν < κουρά + -άδινιταλικής αρχής)
  3. κουράδι < αρμενική քուրայ (kʿuray) (καμίνι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουράδι ουδέτερο

  1. η κουράδα, το σκατό, το περίττωμα, το προϊόν κένωσης
     συνώνυμα:δείτε τη λέξη περίττωμα
  2. (κρητικά) το κοπάδι (αιγοπροβάτων)
  3. (καππαδοκικά) άλλη μορφή του κουρά (ορυχείο σιδήρου)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]