κουράδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουράδα κουράδες
γενική κουράδας κουράδων
αιτιατική κουράδα κουράδες
κλητική κουράδα κουράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουράδα < μεσαιωνική ελληνική κουράδιον < υποκοριστικό από αμάρτυρο (= (η) σκώρις) υποκοριστικό του σκῶρ (γενική: σκατός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουράδα θηλυκό

  1. (χυδαίο) το στερεό και σχηματισμένο σκατό
    Πάλι κουράδα πάτησα!
  2. (χυδαίο) (μειωτικά) αντιπαθητικός άνθρωπος
    Σκάσε ρε κουράδα!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: κουράδι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]