κουράδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουράδα κουράδες
γενική κουράδας κουράδων
αιτιατική κουράδα κουράδες
κλητική κουράδα κουράδες
Elephant feces in the wildlife.jpg
Σύγκριση ελεφάντινης (πάνω) και ανθρώπινης κουράδας (κάτω)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουράδα < μεσαιωνική ελληνική κουράδιον < υποκοριστικό αρχαία ελληνική σκῶρ (γενική σκατός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουράδα θηλυκό [αρσενικό στην κλητική της λέξης κουράδας ]

  1. (χυδαίο) το στερεό και σχηματισμένο σκατό
Πάλι κουράδα πάτησα!
  1. (χυδαίο) (μειωτικά) αντιπαθητικός άνθρωπος
Σκάσε ρε κουράδα!
Μη μιλάς στον κουράδα!

Ποπο , κοίτα μια κουραδομηχανή!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στην (κρητική διάλεκτος) το κοπάδι (αιγοπροβάτων) το λένε κουράδι στο οποίο αναφέρεται ο Δημήτρης Βυζάντης στη συγγραφή του: «βαβυλωνία» .[1]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. απόσπασμα της Βαβυλωνίας.