καπνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπνός καπνοί
γενική καπνού καπνών
αιτιατική καπνό καπνούς
κλητική καπνέ καπνοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καπνός < αρχαία ελληνική καπνός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ˈpnɔs/
καπνοί από ηφαίστειο
καπνός (Nicotiana rustica)
κατεργασμένος καπνός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καπνός αρσενικό

  1. μείγμα από αέρια και στερεά σωματίδια άνθρακα, το οποίο είναι αποτέλεσμα της καύσης ενός σώματος. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η πυκνότητα, η αδιαφάνεια και η χαρακτηριστική οσμή
    πυκνοί καπνοί άρχισαν να βγαίνουν από τα παράθυρα του φλεγόμενου κτιρίου
  2. μονοετές, ποώδες φυτό με μεγάλα ωοειδή φύλλα, τα οποία περιέχουν νικοτίνη και μετά από ξήρανση και κατεργασία χρησιμοποιούνται για την κατασκευή τσιγάρων, πούρων κ.λπ.
  3. (συνεκδοχικά) το προϊόν από αποξηραμένα και κατεργασμένα φύλλα καπνού, το οποίο καπνίζεται ή μασιέται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ταμπάκο
    θα πάω στο περίπτερο να αγοράσω καπνό

Εκφράσεις[]

  • γίνομαι καπνός : εξαφανίζομαι
  • δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά : κάθε φήμη περιέχει ένα ποσοστό αλήθειας
  • προπέτασμα καπνού : πυκνά σύννεφα καπνού που παράγονται για να κρύψουν τις κινήσεις ενός στρατεύματος από τον εχθρό
    • (μεταφορικά) καθετί που αποκρύπτει ή συγκαλύπτει ή παραπλανεί
  • τι καπνό φουμάρει(;) : ποιος είναι ο χαρακτήρας του/της (;)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]