νικοτίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νικοτίνη οι νικοτίνες
      γενική της νικοτίνης των νικοτινών
    αιτιατική τη νικοτίνη τις νικοτίνες
     κλητική νικοτίνη νικοτίνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νικοτίνη < από το όνομα του Γάλλου πρεσβευτή στη Λισαβώνα, Jean Nicot, που εισήγαγε το φυτό του καπνού στη Γαλλία, το 1560. Η νικοτίνη, καθώς και το φυτό Nicotiana, πήραν το όνομά τους από αυτόν.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νικοτίνη θηλυκό

  • εθιστική τοξική ουσία που περιέχεται στα φύλλα του καπνού

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]