tytoń

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tytoń < (άμεσο δάνειο) τουρκική tütün

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɨtɔ̃ɲ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tytoń (pl) αρσενικό

  • ο καπνός (το φυτό και το προϊόν από αποξηραμένα και κατεργασμένα φύλλα καπνού)