Μετάβαση στο περιεχόμενο

fume

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fume fumes

fume (en)

fume (en)