αναθυμίαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναθυμίαση οι αναθυμιάσεις
      γενική της αναθυμίασης
αναθυμιάσεως*
των αναθυμιάσεων
    αιτιατική την αναθυμίαση τις αναθυμιάσεις
     κλητική αναθυμίαση αναθυμιάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθυμίαση < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἀναθυμίασις[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.na.θiˈmi.a.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐να‐θυ‐μί‐α‐ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναθυμίαση θηλυκό

  • τα συνήθως αλλά όχι πάντα δύσοσμα, δυσάρεστα -για την πνιγηρότητα που ίσως προκαλούν- ή και τοξικά αέρια τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές -είτε από καύση ουσιών, είτε από σήψη είτε από χημικές αντιδράσεις που αναδίδουν ατμούς.
  • Το παιχνίδι με τις φωτιές στη χωματερή των Άνω Λιοσίων, το πληρώνουν οι κάτοικοι γειτονικών περιοχών που κινητοποιήθηκαν, αφού η ζωή τους έχει γίνει αφόρητη λόγω των αναθυμιάσεων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]