τοξικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τοξικός η τοξική το τοξικό
      γενική του τοξικού της τοξικής του τοξικού
    αιτιατική τον τοξικό την τοξική το τοξικό
     κλητική τοξικέ τοξική τοξικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τοξικοί οι τοξικές τα τοξικά
      γενική των τοξικών των τοξικών των τοξικών
    αιτιατική τους τοξικούς τις τοξικές τα τοξικά
     κλητική τοξικοί τοξικές τοξικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοξικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική toxique < λατινική toxicus < αρχαία ελληνική τοξικός [1] < τόξον

Επίθετο[επεξεργασία]

τοξικός, -ή, -ό

  1. που δηλητηριάζει τον οργανισμό
    εισέπνευσε τοξικά αέρια και πέθανε
  2. (μεταφορικά) που «δηλητηριάζει», που «καταστρέφει»

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

υποσημειώσεις[επεξεργασία]

  1. επίθετο που αναφερόταν στο δηλητήριο στο οποίο εμβάπτιζαν τα βέλη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική τοξικός τοξική τοξικόν τοξικοί τοξικαί τοξικά
Γενική τοξικοῦ τοξικῆς τοξικοῦ τοξικῶν τοξικῶν τοξικῶν
Δοτική τοξικῷ τοξικῇ τοξικῷ τοξικοῖς τοξικαῖς τοξικοῖς
Αιτιατική τοξικόν τοξικήν τοξικόν τοξικούς τοξικάς τοξικά
Κλητική τοξικέ τοξική τοξικόν τοξικοί τοξικαί τοξικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τοξικώ τοξικά
Γενική-Δοτική τοξικοῖν τοξικαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοξικός < τόξον + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

τοξικός

  1. που αναφέρεται ή αφορά το τόξο και τα βέλη
  2. έμπειρος τοξότης

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]