ηφαίστειο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ηφαίστειο τα ηφαίστεια
      γενική του ηφαιστείου των ηφαιστείων
    αιτιατική το ηφαίστειο τα ηφαίστεια
     κλητική ηφαίστειο ηφαίστεια
Παράρτημα:Ουσιαστικά
έκρηξη σε ηφαίστειο

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηφαίστειο < (καθαρεύουσα) ηφαίστειον < Ήφαιστος + -ειον ((μεταφραστικό δάνειο) λατινική Volcanus· π.β. αρχαία ελληνική Ἡφαιστεῖον < Ἥφαιστος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈfɛ.sti.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηφαίστειο ουδέτερο

  1. (γεωλογία) άνοιγμα ή ρωγμή στο φλοιό της Γης ή άλλου πλανήτη, από όπου, συχνά, εκρέουν ή εκρήγνυνται ατμός και ρευστά πετρώματα στην επιφάνεια με την μορφή λάβας
  2. (συνεκδοχικά) το βουνό ή ο λόφος που σχηματίζεται από στερεοποιημένα υλικά που έχουν αναβλύσει γύρω από το παραπάνω άνοιγμα ή ρήγμα
  3. (μεταφορικά) τόπος ή κατάσταση με μεγάλες συγκρούσεις και πιέσεις
    μετά τα τελευταία σκάνδαλα το κόμμα μοιάζει με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί
  4. (μεταφορικά) άνθρωπος με εκρηκτικό ταμπεραμέντο και θερμή ερωτική συμπεριφορά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]