volcan

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

volcan 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
volcan volcans

volcan (fr) αρσενικό

  1. το ηφαίστειο
  2. (μεταφορικά) λέγεται για μια απότομη και επικίνδυνη βιαιότητα που εμφανίζεται ή παραμένει κρυφή
    Il est assis sur un volcan.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]