εκρηκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκρηκτικός εκρηκτική εκρηκτικό
γενική εκρηκτικού εκρηκτικής εκρηκτικού
αιτιατική εκρηκτικό εκρηκτική εκρηκτικό
κλητική εκρηκτικέ εκρηκτική εκρηκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκρηκτικοί εκρηκτικές εκρηκτικά
γενική εκρηκτικών εκρηκτικών εκρηκτικών
αιτιατική εκρηκτικούς εκρηκτικές εκρηκτικά
κλητική εκρηκτικοί εκρηκτικές εκρηκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκρηκτικός < μεταφραστικό δάνειο από την τη γαλλική explosif
Η λέξη μαρτυρείται από το 1885

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.kɾi.kti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛ.kɾi.kti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛ.kɾi.kti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκρηκτικός, -ή, -ό

  1. που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη
  2. που μπορεί να καταστραφεί με έκρηξη
  3. (μεταφορικά) που εκδηλώνει με έντονο τρόπο συναισθήματα
    εκρηκτικός χαρακτήρας
  4. (μεταφορικά) που προκαλεί, που εξάπτει
    εκρηκτική ομορφιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]