καπνά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική καπνά
γενική καπνών
αιτιατική καπνά
κλητική καπνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπνά< 2ος τύπος πληθ. του ουσ. καπνός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπνά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (βοτανική) η ποσότητα σκόνης καπνού την οποία παίρνουμε απ το ομώνυμο φυτό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]