μεγεθυντικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεγεθυντικό μεγεθυντικά
γενική μεγεθυντικού μεγεθυντικών
αιτιατική μεγεθυντικό μεγεθυντικά
κλητική μεγεθυντικό μεγεθυντικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγεθυντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: μεγεθυντικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεγεθυντικό ουδέτερο

  1. λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς
    η κουτάλα και η τριχάρα είναι μεγεθυντικά των λέξεων κουτάλι και τρίχα'

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μεγεθυντικό