-άς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: -ας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. -άς < ελληνιστική κοινή -ᾶς
  2. -άς < -άς(1)
  3. -άς < -άς(1)

Επίθημα[επεξεργασία]

-άς (2.θηλυκό: -ού) (3.θηλυκό: -ού, ουδέτερο: -άδικο/-ούδικο)

  1. επίθημα μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή έξη σχετική με αυτό που δηλώνει η ρίζα της λέξης
  2. επίθημα μεγεθυντικών μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης
  3. επίθημα ανισοσύλλαβων μετουσιαστικών ονομάτων που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης ή ότι του αρέσει αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. -άς < ελληνιστική κοινή -ᾶς

Κατάληξη αρσενικών ουσιαστικών[επεξεργασία]

-άς

Άλλες μορφές[επεξεργασία]