γαλατάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Γαλατάς

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γαλατάς οι γαλατάδες
      γενική του γαλατά των γαλατάδων
    αιτιατική τον γαλατά τους γαλατάδες
     κλητική γαλατά γαλατάδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλατάς < γάλα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.la.ˈtas/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλατάς αρσενικό, γαλατού θηλυκό

  1. αυτός που πουλάει γάλα
  2. αυτός που διανέμει στα σπίτια φρέσκο γάλα
  3. (παρωχημένο) μεγάλη, αδιαφανής μπίλια γαλακτερού χρώματος που χρησιμοποιούσαν για παιχνίδια με μπίλιες
  4. (μεταφορικά) λεγόταν παλαιότερα το τρένο που σταματούσε σ΄ όλους τους σταθμούς, θυμίζοντας τον διανομέα γάλακτος, σε αντίθεση με την ταχεία και υπερταχεία.

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]