γαλατάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Γαλατάς

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γαλατάς οι γαλατάδες
      γενική του γαλατά των γαλατάδων
    αιτιατική τον γαλατά τους γαλατάδες
     κλητική γαλατά γαλατάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλατάς < γάλα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.laˈtas/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλατάς αρσενικό, γαλατού θηλυκό

  1. (επάγγελμα) αυτός που πουλάει γάλα
  2. (επάγγελμα) αυτός που διανέμει στα σπίτια φρέσκο γάλα
  3. (παρωχημένο) μεγάλη, αδιαφανής μπίλια γαλακτερού χρώματος που χρησιμοποιούσαν για παιχνίδια με μπίλιες

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]