λεφτά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λεφτά < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λεφτά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό, σπάνια στον ενικό (λεφτό)

  1. τα χρήματα
  2. ο πλούτος
    οι κακές γλώσσες λένε ότι τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του

Εκφράσεις[]

  • (είναι) πολλά τα λεφτά Άρη: λέγεται για να χαρακτηρίσει μια κατάσταση διαφθοράς
  • κλαίω τα λεφτά (λεφτουδάκια) μου: λέγεται όταν θεωρούμε ότι δώσαμε τζάμπα λεφτά
  • τα λεφτά σου ή τη ζωή σου: (κυρίως λόγια έκφραση για) απειλή κλέφτη
  • τα πιάσαμε τα λεφτά μας ή τα βρήκαμε τα λεφτά μας:
  • τζάμπα τα λεφτά
  • τρέχουν τα λεφτά από τα μπατζάκια του: είναι πολύ πλούσιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[]

λεφτά