λεφτά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα λεφτά
      γενική των λεφτών
    αιτιατική τα λεφτά
     κλητική λεφτά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεφτά < λεπτά < ελληνιστική κοινή λεπτόν < αρχαία ελληνική λεπτός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεφτά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, σπάνια στον ενικό (λεφτό)

  1. τα χρήματα
  2. ο πλούτος
    οι κακές γλώσσες λένε ότι τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (είναι) πολλά τα λεφτά Άρη: λέγεται για να χαρακτηρίσει μια κατάσταση διαφθοράς
  • κλαίω τα λεφτά (λεφτουδάκια) μου: λέγεται όταν θεωρούμε ότι δώσαμε τζάμπα λεφτά
  • τα λεφτά σου ή τη ζωή σου: (κυρίως λόγια έκφραση για) απειλή κλέφτη
  • τα πιάσαμε τα λεφτά μας ή τα βρήκαμε τα λεφτά μας:
  • τζάμπα τα λεφτά
  • τρέχουν τα λεφτά από τα μπατζάκια του: είναι πολύ πλούσιος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

λεφτά