λεπτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λεπτό τα λεπτά
      γενική του λεπτού των λεπτών
    αιτιατική το λεπτό τα λεπτά
     κλητική λεπτό λεπτά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτό < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπτό ουδέτερο

  1. υποδιαίρεση της μονάδας μέτρησης του χρόνου ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας
  2. υποδιαίρεση νομίσματος ίση με το ένα εκατοστό, αρχικά, της δραχμής και, στη συνέχεια, του ευρώ
  3. υποδιαίρεση της μονάδας μέτρησης της γωνίας του κύκλου ίση με το ένα εξηκοστό της μοίρας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (δώσε μου/κάτσε) μισό/ένα/δύο λεπτάκι(α)/λεπτό(α): (δώσε μου/κάτσε) μια στιγμή, περίμενε λιγάκι
  • δώσε μου τρία/τέσσερα/κλπ. λεπτάκι(α)/λεπτό(α): περίμενε τρία/τέσσερα/κλπ. λεπτά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

λεπτό