Geld

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Geld (de) ουδέτερο

  • τα λεφτά
    hast du Geld? - έχεις λεφτά;