βγάζω λεφτά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βγάζω λεφτά < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvɣa.zo leˈfta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βγά‐ζω λε‐φτά
Ρηματική έκφραση
[επεξεργασία]- κερδίζω χρήματα, πλουτίζω, πλουταίνω
Πρέπει να βγάλω περισσότερα λεφτά για να αγοράσω ένα καινούργιο αυτοκίνητο.
Δεν βγάζει καθόλου λεφτά αυτήν την στιγμή, γι' αυτό ψάχνει δουλειά.
Πόσα βγάζεις τον μήνα; (ελλειπτικά)- ≈ συνώνυμα: βγάζω χρήματα, αποκομίζω κέρδος (πιο επίσημο)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βγάζω λεφτά
Πηγές
[επεξεργασία]- βγάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βγάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)