Μετάβαση στο περιεχόμενο

βγάζω λεφτά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βγάζω λεφτά < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvɣa.zo leˈfta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βγάζω λεφτά

Ρηματική έκφραση

[επεξεργασία]

βγάζω λεφτά

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]