γυναικάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυναικάς γυναικάδες
γενική γυναικά γυναικάδων
αιτιατική γυναικά γυναικάδες
κλητική γυναικά γυναικάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυναικάς < γυναίκα + -άς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝi.nɛ.ˈkas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυναικάς αρσενικό

  1. ο ερωτύλος, αυτός που συνεχώς και σε υπερβολικό βαθμό επιδιώκει τις ερωτικές σχέσεις με τις γυναίκες

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]