homme
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɔm/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : homme
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| homme | hommes |
homme (fr) αρσενικό (θηλυκό femme)
- (μερικές φορές με κεφαλαίο αρχικό) ο άνθρωπος
- ο άνδρας· άνθρωπος αρσενικού γένους
- (οικογένεια) ο σύζυγος
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- homme - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
