Μετάβαση στο περιεχόμενο

homme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η γαλλική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɔm/
τυπογραφικός συλλαβισμός: homme

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
homme hommes

homme (fr) αρσενικό (θηλυκό femme)

  1. (μερικές φορές με κεφαλαίο αρχικό) ο άνθρωπος
  2. ο άνδρας· άνθρωπος αρσενικού γένους
     αντώνυμα: femme
  3. (οικογένεια) ο σύζυγος

Σύνθετα

[επεξεργασία]