homme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

homme 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
homme hommes

homme (fr) αρσενικό (θηλυκό femme)

  1. (μερικές φορές με κεφαλαίο αρχικό) ο άνθρωπος
  2. ο άνδρας
  3. (οικείο) ο σύζυγος

Σύνθετα[επεξεργασία]