femme
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- femme < (κληρονομημένο) λατινική femina
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fam/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : femme
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| femme | femmes |
femme (fr) θηλυκό
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- femme - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
