-άδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. -άδα < μεσαιωνική ελληνική -άδα < αρχαία ελληνική -ας (αιτιατική -άδα: ἀγελάς→ἀγελάδα)
  2. -άδα < μεσαιωνική ελληνική -άδα < αρχαία ελληνική -ας (αιτιατική -άδα: δεκάς→δεκάδα)
  3. -άδα < βενετικά -ada
  4. -άδα < -άδα (1)
  5. -άδα < -άδα (1)

Επίθημα[επεξεργασία]

-άδα

  1. επίθημα αφηρημένων μετεπιθετικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν μια ιδιότητα που έχει σχέση με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
    ζωηρός > ζωηράδα
  2. επίθημα περιληπτικών θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από απόλυτα αριθμητικά
    δέκα > δεκάδα
  3. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν χυμό ή φαγητό που παράγεται από την πρωτότυπη λέξη
    πορτοκάλι > πορτοκαλάδα
  4. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη βόλτα με το όχημα που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή μια ευχάριστη δραστηριότητα
    ποδήλατο > ποδηλατάδα, ρομάντζα > ρομαντζάδα
  5. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών
    ζάλη > ζαλάδα

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

από τη γενική πτώση

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]