πορτοκαλάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορτοκαλάδα πορτοκαλάδες
γενική πορτοκαλάδας πορτοκαλάδων
αιτιατική πορτοκαλάδα πορτοκαλάδες
κλητική πορτοκαλάδα πορτοκαλάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πορτοκαλάδα < πορτοκάλι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πορτοκαλάδα θηλυκό

  1. αναψυκτικό το οποίο παρασκευάζεται από χυμό πορτοκαλιών.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]