αναψυκτικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αναψυκτικό τα αναψυκτικά
      γενική του αναψυκτικού των αναψυκτικών
    αιτιατική το αναψυκτικό τα αναψυκτικά
     κλητική αναψυκτικό αναψυκτικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναψυκτικό < αναψυκτικός < αναψύχω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναψυκτικό ουδέτερο

  • Ποτό χωρίς αλκοόλ, αεριούχο ή μη, που πίνεται συνήθως δροσερό π.χ. γκαζόζα, πορτοκαλάδα
  1. να σας προσφέρω ένα κρύο αναψυκτικό;

Μεταφράσεις[επεξεργασία]