φρεσκάδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φρεσκάδα θηλυκό
- η αίσθηση του φρέσκου, η ζωτικότητα, η νεανικότητα, η σφριγηλότητα, η δροσερότητα
- ※ ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκης, 2014)
- ※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)