φρέσκο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρέσκο φρέσκα
γενική φρέσκου φρέσκων
αιτιατική φρέσκο φρέσκα
κλητική φρέσκο φρέσκα
Ο Παντοκράτορας σε φρέσκο εκκλησίας στο Τολέδο.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρέσκο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: φρέσκος < ιταλική fresco (δροσερό, νωπό, φρέσκο, νωπογραφία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φρέσκο ουδέτερο

  1. (τέχνη) η νωπογραφία, το έργο που φιλοτεχνήθηκε με τεχνική φρέσκο
  2. η τεχνικη της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας (επειδή στην τοιχογραφία για να διατηρηθούν περισσότερο τα χρώματα, τα απλώνουν στον τοίχο όσο αυτός ακόμα είναι υγρός, νωπός, φρέσκος, δροσερός)
    Η τεχνική φρέσκο θεωρείται ιταλική, αλλά νωπογραφίες με την ίδια τεχνική είχαμε και στην αρχαία Κνωσσό
  3. (μεταφορικά) (αργκό) η φυλακή (ίσως επειδή τα κελιά στα μοναστήρια ή στα κρατητήρια ήταν ανήλιαγα και δροσερά, οπότε ό,τι έβαζαν εκεί διετηρείτο φρέσκο)
    Τον έβαλαν στο φρέσκο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

φρέσκο