τοιχογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τοιχογραφία οι τοιχογραφίες
      γενική της τοιχογραφίας των τοιχογραφιών
    αιτιατική την τοιχογραφία τις τοιχογραφίες
     κλητική τοιχογραφία τοιχογραφίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοιχογραφία < τοίχος + -γραφία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τοιχογραφία θηλυκό

  1. ζωγραφική που γίνεται πάνω σε τοίχο ή οροφή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]