Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποδήλατο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ποδήλατο τα ποδήλατα
      γενική του ποδήλατου
& ποδηλάτου
των ποδήλατων
& ποδηλάτων
    αιτιατική το ποδήλατο τα ποδήλατα
     κλητική ποδήλατο ποδήλατα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ποδήλατα έξω από σιδηροδρομικό σταθμό στην Ελβετία

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποδήλατο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ποδήλατος (εννοείται όχημααπόδοση για τη γαλλική vélocipède. Μορφολογικά αναλύεται σε < θέμα ποδ- (όπως στο αρχαίο πούς) + -ήλατο (ουδέτερο) (< ἐλατός < ἐλαύνω (προχωρώ)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poˈði.la.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποδήλατο
τονικό παρώνυμο: ποδηλατώ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποδήλατο ουδέτερο

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.