καμίνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμίνι καμίνια
γενική καμινιού καμινιών
αιτιατική καμίνι καμίνια
κλητική καμίνι καμίνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καμίνι < μεσαιωνική ελληνική καμίνι(ν) < ελληνιστική κοινή καμίνιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κάμινος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καμίνι ουδέτερο

  1. ειδική κατασκευή, μέσα στην οποία αναπτύσσονται μεγάλες θερμοκρασίες, προκειμένου να τηχθούν μέταλλα ή για άλλους λόγους
  2. (μεταφορικά) επικράτηση μεγάλης ζέστης ή γενικότερα δύσκολων συνθηκών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]