εκκαμινεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκαμινεύω < εκ + κάμινος + -εύω

Ρήμα[επεξεργασία]

εκκαμινεύω

  1. η τοποθετώ ορυκτό ή μετάλλευμα σε καμίνι με υψηλή θερμοκρασία, προκειμένου να το επεξεργαστώ ή να παράγω κάποιο προϊόν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]