ζέστη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζέστη ζέστες
γενική ζέστης
αιτιατική ζέστη ζέστες
κλητική ζέστη ζέστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζέστη < μεσαιωνική ελληνική ζέστη < ελληνιστική κοινή ζεστός < αρχαία ελληνική ζέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈzɛ.sti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζέστη θηλυκό

  • η αίσθηση της θερμοκρασίας σχετικά θερμού περιβάλλοντος. Είναι μία σχετική έννοια διότι η αίσθηση της ζέστης σχετίζεται με την ψυχολογική διάθεση του ατόμου, τον φωτισμό του χώρου που βρίσκεται, την ταχύτητα του αέρα που τον περιβάλλει και άλλες παραμέτρους. Φυσιολογικά η ζέστη (υψηλή θερμοκρασία) προκαλεί την αντίδραση του σώματος για τον περιορισμό της θερμοκρασίας του σώματος. Τέτοιες αντιδράσεις είναι η εφίδρωση και η συστολή των αιμοφόρων αγγείων.

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Συχνά, όταν αναφερόμαστε στη ζέστη εννοούμε ένα δυσάρεστα θερμό περιβάλλον, σε αντίθεση με την παράγωγη λέξη ζεστασιά όπου εννοούμε ένα ευχάριστα θερμό περιβάλλον.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]