ζέστη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζέστη ζέστες
γενική ζέστης
αιτιατική ζέστη ζέστες
κλητική ζέστη ζέστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζέστη < μεσαιωνική ελληνική ζέστη < ελληνιστική κοινή ζεστός < αρχαία ελληνική ζέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈzɛ.sti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζέστη θηλυκό

  1. σχετικά υψηλή θερμοκρασία

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]