Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : //hi:t//
Audio (US) 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

heat (en)

  1. (φυσική) θερμότητα, θερμική ενέργεια
    this furnace puts out 5000 BTUs of heat
  2. ζέστη
    Stay out of the heat of the sun!
  3. το ουσιαστικό ενός καρυκεύματος που καίει
    the chili sauce gave the dish heat
  4. ένταση, ιδιαίτερα συναισθηματική, ζέση
    it's easy to make bad decisions in the heat of the moment
  5. σεξουαλική έξαψη, κάψα
    the male canines were attracted by the female in heat
  6. υπερβολική προσοχή, επιτήρηση
    The heat from her family after her DUI arrest was unbearable.
  7. (αθλητισμός) προκριματική κούρσα
    the runner had high hopes, but was out of contention after the first heat

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

heat (en)

  1. θερμαίνω, ζεσταίνω
    I'll heat up the water.
  2. (μεταφορικά) ανάβω, ερεθίζω (σεξουαλικά)
    The massage heated her up.