calor

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

calor < λατινική calor

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
calor calores

calor (pt) αρσενικό

  1. η ζέστη