calor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

calor < λατινική calor

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
calor calores

calor (pt) αρσενικό