ανεκτίμητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεκτίμητος ανεκτίμητη ανεκτίμητο
γενική ανεκτίμητου ανεκτίμητης ανεκτίμητου
αιτιατική ανεκτίμητο ανεκτίμητη ανεκτίμητο
κλητική ανεκτίμητε ανεκτίμητη ανεκτίμητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεκτίμητοι ανεκτίμητες ανεκτίμητα
γενική ανεκτίμητων ανεκτίμητων ανεκτίμητων
αιτιατική ανεκτίμητους ανεκτίμητες ανεκτίμητα
κλητική ανεκτίμητοι ανεκτίμητες ανεκτίμητα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεκτίμητος < (καθαρεύουσα) ἀνεκτίμητος, λόγια λέξη από το στερητικό α και το ἐκτιμῶ

Επίθετο[επεξεργασία]

ανεκτίμητος

  1. που δεν έχει εκτιμηθεί, που η αξία του δεν έχει καθοριστεί
  2. που είναι πολύτιμος σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί κάποιος να ορίσει την αξία του αριθμητικά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]