καταραμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κατηραμένος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταραμένος < μετοχή παρακειμένου του αποθετικού ρήματος καταριέμαι χωρίς ενεργητική φωνή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.ɾaˈme.nos/

Μετοχή[επεξεργασία]

καταραμένος -η, -ο

  1. που τον έχουν καταραστεί
    είναι καταραμένος να αποτυγχάνει στις επιχειρήσεις του
  2. που του πρέπει κατάρα
     συνώνυμα: αξιοκατάρατος, κατάρατος, επάρατος
  3. (μεταφορικά) ο κακότυχος
  4. πολύ δυσάρεστος και βλαβερός
    καταραμένη συνήθεια το κάπνισμα
     συνώνυμα: αναθεματισμένος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παροιμίες[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]