καταραμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταραμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταριέμαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καταραμένος -η, -ο

  1. που τον έχουν καταραστεί
    στον καταραμένο τόπο, το Μάη μήνα βρέχει (ελληνική παροιμία)
  2. που του πρέπει κατάρα
  3. (μεταφορικά) ο κακότυχος


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]