χαρακτηρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαρακτηρισμός οι χαρακτηρισμοί
      γενική του χαρακτηρισμού των χαρακτηρισμών
    αιτιατική τον χαρακτηρισμό τους χαρακτηρισμούς
     κλητική χαρακτηρισμέ χαρακτηρισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρακτηρισμός < αρχαία ελληνική χαρακτηρίζω < χαρακτήρ < χαράσσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαρακτηρισμός αρσενικό

  1. το αποτέλεσμα και η ενέργεια του χαρακτηρίζω, η απόδοση μιας ιδιότητας που χαρακτηρίζει, αποτελεί την ειδοποιό διαφορά, διαφοροποιεί, μιας ιδιότητας βασικής, θεμελιώδους σε άνθρωπο, ζώο, αντικείμενο, τεχνοτροπία, θεωρία κ.λπ.
    • Αφήστε τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς και επικεντρωθείτε στο πρόβλημα (ενν. τους κακούς χαρακτηρισμούς)
    • εύστοχος, ατυχής χαρακτηρισμός
    • Του έμεινε σαν ρετσινιά ο χαρακτηρισμός του δειλού για όλη του ζωή
  2. περιγραφή προσωπικότητας ή χαρακτήρα στο μάθημα των νέων ελληνικών στο γυμνάσιο και στο λύκειο



Μεταφράσεις[επεξεργασία]