ανίερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀνίερος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανίερος η ανίερη το ανίερο
      γενική του ανίερου της ανίερης του ανίερου
    αιτιατική τον ανίερο την ανίερη το ανίερο
     κλητική ανίερε ανίερη ανίερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανίεροι οι ανίερες τα ανίερα
      γενική των ανίερων των ανίερων των ανίερων
    αιτιατική τους ανίερους τις ανίερες τα ανίερα
     κλητική ανίεροι ανίερες ανίερα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανίερος < αρχαία ελληνική ἀνίερος < ἀν- + ἱερός

Επίθετο[επεξεργασία]

ανίερος -η -ο

  1. που παραβιάζει ή χαρακτηρίζεται από εχθρότητα προς κάτι το οποίο άλλα άτομα θεωρούν ιερό ή άξιο σεβασμού
    ανίερος πόλεμος κατά της χώρας μας
    ανίερη συμμαχία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]