profane

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

profane < λατινική profanum

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pʁɔ.fan/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ενικός πληθυντικός
profane profanes

profane (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που δεν έχει σχέση με τη θρησκεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: laïque, temporel
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: religieux, sacré, spirituel
  2. (πιο συνηθισμένο)
  1. ο μη μυημένος σε μια επιστήμη, τέχνη, τεχνολογία, τρόπο ζωής, κλπ.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: béotien, ignorant
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: connaisseur
  2. αυτός που γνωρίζει πολύ λίγο (μια επιστήμη, τέχνη, κλπ.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ignare, novice
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: érudit, savant

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
profane profanes

profane (fr) αρσενικό

profane (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο μη μυημένος σε κάποια θρησκεία
  2. (πιο συνηθισμένο) γενικά, ο μη μυημένος σε κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: non-initié
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: initié

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]