Μετάβαση στο περιεχόμενο

θρησκεία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θρησκεία οι θρησκείες
      γενική της θρησκείας των θρησκειών
    αιτιατική τη θρησκεία τις θρησκείες
     κλητική θρησκεία θρησκείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θρησκεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θρησκεία (αρχαία ελληνική σημασία: θρησκευτική τελετή)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /θɾiˈsci.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θρησκεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θρησκεία θηλυκό

  1. (θρησκεία) παγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό
    παράδειγμα  η χριστιανική θρησκεία, η επικρατούσα θρησκεία
      «Ναι, φαίνεσαι ταλαιπωρημένος» είπε ο Μάρκος που μέσα του απορούσε πως ο Σολδάτος ο αμφισβητίας και κυνικός, είχε πέσει τόσο με τα μούτρα στη θρησκεία και πίστευε και στα θαύματα. (Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις, Έντιμος εμπορία, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. (μεταφορικά) η απόλυτη αφοσίωση σε κάτι
    παράδειγμα  το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία για μένα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα