θρησκεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θρησκεία οι θρησκείες
      γενική της θρησκείας των θρησκειών
    αιτιατική τη θρησκεία τις θρησκείες
     κλητική θρησκεία θρησκείες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρησκεία < ελληνιστική θρησκεία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɾisˈki.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θρησκεία θηλυκό

  1. παγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό
    • Η θρησκεία περιορίζει τα πάθη και σου δίνει σκοπό.
  2. (φιλοσοφία) οποιοδήποτε μη συνειδητοποιημένο φαντασιακό επινόημα
    • Το χρήμα, η δημοκρατία, η κρατική δικαιοσύνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα κράτη αποτελούν φαντασιακά επινοήματα, ανθρώπινες συμβάσεις. Οι σημαντικότεροι θεωρητικοί αυτών των φαντασιακών επινοήσεων παραδέχονται ρητά ότι αποτελούν αναγκαίες συμβάσεις, όμως η θρησκεία αν γίνει αντιληπτή ως σύμβαση και όχι ως απόλυτη αλήθεια, εξανεμίζεται.
  3. (μεταφορικά) η απόλυτη αφοσίωση σε ένα σκοπό
    • Η ομάδα είναι θρησκεία για μένα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]