αλλόθρησκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλλόθρησκος < αλλό- + θρησκ(εία) + -ος
Επίθετο
[επεξεργασία]αλλόθρησκος, -η, -ο
- που πρεσβεύει διαφορετικό θρήσκευμα σε σχέση με ένα άτομο ή με ένα σύνολο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αλλόθρησκος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αλλόθρησκος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας