Μετάβαση στο περιεχόμενο

religion

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
religion religions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

religion (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

religion (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]