religious

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

religious (en)

  1. θρησκευτικός
  2. θρησκευόμενος, θρήσκος
  3. (μεταφορικά) σχολαστικός, επίμονος
    He is religious about his skincare routine. - Είναι επίμονος σχετικά με την ρουτίνα περιποίησης δέρματος του.