Μετάβαση στο περιεχόμενο

routine

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός routine
συγκριτικός more routine
υπερθετικός most routine

routine (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
routine routines

routine (en)

  • η ρουτίνα
    παράδειγμα  the daily routine - η καθημερινή ρουτίνα



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
routine routines

routine (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη route