ομόθρησκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομόθρησκος < ομο- + θρησκεία

Επίθετο[επεξεργασία]

ομόθρησκος, -η, -ο

  1. που έχει την ίδια θρησκεία με κάποιον άλλο
    οι Τούρκοι και οι ομόθρησκοί τους Άραβες


Μεταφράσεις[επεξεργασία]