ανεξιθρησκία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανεξιθρησκία ανεξιθρησκίες
γενική ανεξιθρησκίας ανεξιθρησκιών
αιτιατική ανεξιθρησκία ανεξιθρησκίες
κλητική ανεξιθρησκία ανεξιθρησκίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεξιθρησκία < ανεξίθρησκος + -ία < ἀνεξι- + θρήσκος (πβ. ανεξίκακος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανεξιθρησκία θηλυκό

  1. η στάση ανοχής απέναντι στις ξένες θρησκείες
  2. η συνταγματική ή νομική αναγνώριση της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστης και ο σεβασμός της θρησκευτικής συνείδησης του ατόμου.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]